βέομαι

βέομαι και βείομαι (Α)
θα ζήσω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βέομαι ανήκει στην ίδια ομάδα με τα βίος- εβίων, χρησιμοποιείται στον Όμηρο με σημασία μέλλοντος και θεωρείται υποτακτική με βραχύ φωνήεν ενός αρχαίου αθέματου ρήματος της δισύλλαβης ρίζας *gwey()-, με απαθή την πρώτη συλλαβή και συνεσταλμένη τη δεύτερη (πρβλ. αβεστ. gaya- «ζωή», αρχ. ινδ. gaya- «το αγαθό της ζωής»). Με βάση την άποψη αυτή ο τ. βείομαι είναι πιθ. αποτέλεσμα μετρικής έκτασης μολονότι έχει διατυπωθεί και η υπόθεση ότι το βείομαι δεν είναι υποτακτική αλλά οριστική ενεστώτα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βέομαι — βαίνω walk fut ind mid 1st sg (epic) βέομαι shall live fut ind mp 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βείομαι — βαίνω walk fut ind mid 1st sg (epic doric) βαίνω walk fut ind mid 1st sg (epic) βέομαι shall live fut ind mp 1st sg (epic doric) βέομαι shall live fut ind mp 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • гоить — гою ухаживать, откармливать , диал. севск., вост.; ср. укр. гоïти исцелять , болг. гоя откармливаю , сербохорв. го̀jити, словен. gojiti, чеш. hojiti лечить , польск. goic, в. луж. hojic исцелять , н. луж. gojis. Каузатив в отношении к греч.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • φρην — η / φρήν, ενός, ΝΜΑ, και δωρ. τ. φράν Α (λόγιος τ.) 1. συν. στον πληθ. οι φρένες και αἱ φρένες ο νους, ο εγκέφαλος, η διάνοια, το μυαλό, το λογικό 2. φρ. «έξω φρενών» εκτός τού λογικού νεοελλ. φρ. α) «είμαι [ή γίνομαι] έξω φρενών» (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

  • βείῃ — βαίνω walk aor subj act 3rd sg (epic) βαίνω walk fut ind mid 2nd sg (epic) βέομαι shall live fut ind mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέονται — βαίνω walk fut ind mid 3rd pl (epic) βέομαι shall live fut ind mp 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέῃ — βαίνω walk aor subj act 3rd sg (epic ionic) βαίνω walk fut ind mid 2nd sg (epic) βέομαι shall live fut ind mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • gʷei̯-3 and gʷei̯ ǝ- : gʷ(i)i̯ē- : gʷ(i)i̯ō- : gʷī- frequent, often with -u- extended —     gʷei̯ 3 and gʷei̯ ǝ : gʷ(i)i̯ē : gʷ(i)i̯ō : gʷī frequent, often with u extended     English meaning: to live     Deutsche Übersetzung: “leben”     Material: A. from *gʷei̯ ō: O.Ind. jīvütu ḥ “life” (see under), gáya ḥ “house, courtyard,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.